Μοιράστηκε σε καθηγητές και φοιτητές πριν τη συνέλευση Τμήματος στις 15/02/99.

                    Έγινε κατάληψη στο Βιολογικό;

  Κι έτσι, η κατάληψη του Βιολογικού έληξε στις 08/02/99.  Κι έληξε άδοξα.  Έτσι όπως δεν αρμόζει σε μια κατάληψη.  Γιατί, η κατάληψη είναι ακραία μορφή κινητοποίησης.  Υιοθετείται όταν έχουν εξαντληθεί οι άλλες μορφές και οι προσπά-θειες να ακουστεί μια γνώμη ή διαμαρτυρία ή, για να απαιτηθεί-εκβιαστεί ο διάλογος από τον εκάστοτε αντίπαλο και να  υποχρεωθεί αυτός να προβεί σε ενέργειες γενικότερης αποδοχής.  Επίσης, όταν εναντιώνεται σε κάτι που εξόφθαλμα και ριζικά βλάπτει τα συμφέροντα μιας κοινωνικής ομάδας που επηρεάζουν όλη την κοινωνία, οπότε επιλέγεται, ως άμεση αντίδραση, η κατά μέτωπον σύγκρουση.

Τέτοια, νομίζω, ήταν η περίπτωση της κατάληψης του Βιολογικού.  Προσπάθεια άμυνας των φοιτητών απέναντι στη λαίλαπα των «νόμων Αρσένη».  Οι καθηγητές συμμερίζονταν τα αιτήματά μας, δεν έχω ακούσει κανέναν φοιτητή που να διαφωνεί με αυτά, ενώ ο υπουργός αδιαφορούσε και η υπόλοιπη κοινωνία... αγρόν ηγόραζε. 

Τότε, γιατί έληξε η κατάληψη;  Ικανοποιήθηκαν κάποια αιτήματα, διορθώ-θηκαν κάποια στραβά;  Όχι.  Συζήτησε ο υπουργός, ενημερώθηκε η κοινωνία, ακουστήκαμε;   Όχι.  Τότε, γιατί έληξε η κατάληψη;  Ή μήπως, γιατί έγινε η κατάληψη;

Γιατί, αν αυτή πληρούσε τις προϋποθέσεις που αναφέραμε (ή όποιες άλλες νομίζετε), τότε η λήξη της ισοδυναμεί με ήττα.  Μακάρι να ήταν ήττα των φοιτητών, μόνο.  Είναι ήττα ολόκληρης της κοινωνίας.  Ήττα απέναντι σε έναν καρεκλάκια υπουργό (βλ. υπηρέτη, βοηθό), που σχεδίασε μια «μεταρρύθμιση» με ένα στενό επιτελείο συμβούλων, χωρίς πρώτα να συμβουλευθεί ούτε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ούτε τους φορείς που αυτή αφορά, αδιαφορώντας για  την γνώμη, την αντίδραση ή και την ύπαρξη της κοινωνίας και, που την προώθησε με μοναδικό «επιχείρημα» την αδιαλλαξία και τον τσαμπουκά.

Γιατί, δεν είναι -μόνο- τα συγκεκριμένα αιτήματα.  Αυτό για το οποίο ξεσηκώθηκαν οι αγρότες, απεργούν οι γιατροί, αγωνίζονται μαθητές και φοιτητές είναι το δικαίωμα στον αυτοσεβασμό.  Δικαίωμα που συναρτάται με την αξίωση για σεβασμό.  Ζούμε στον εικοστό αιώνα.  Η νέα χιλιετία πλησιάζει.  Οι επαναστάσεις (ανατροπές, επαναπροσδιορισμοί, επαναπροσεγγίσεις) της επιστήμης διαδέχονται η μια την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό.  Δεν μπορεί η «δημοκρατία» μας να διολισθαίνει σε πρακτική και μεθόδους ξεπερασμένες, μουχλιασμένες, σαπισμένες από την πολυκαιρία.  Δεν μπορεί οι πολίτες να υπηρετούν το κράτος, αντί να συμβαίνει το αντίθετο. 

Γιατί, οι κινητοποιήσεις, ακόμη και στις ακραίες μορφές των καταλήψεων, δεν είναι βία που ασκείται από κάποιους πολίτες.  Είναι αντιβία απέναντι στη βία του, εκλεγμένου μεν, καρεκλωμένου δε, υπουργού (υπηρέτη, βοηθού).  Δεν ξεκίνησαν έτσι, χωρίς λόγο όλοι αυτοί, δεν φωνάζουν για να εκτονωθούν.  Φωνάζουν, όλο και πιο δυνατά, μπας και ακούσουν οι  βαρήκοοι, μπας και αισθανθούν οι αναίσθητοι. 

Η εξουσία, έλεγαν αυτοί οι ίδιοι λίγο παλαιότερα, πηγάζει από το λαό και ασκείται με το λαό και υπέρ του λαού.  Όλοι όσοι (νεολαίοι και μη) ξεσηκώθηκαν οποτεδήποτε εναντίον οποιουδήποτε, και που σήμερα τους τιμούμε ποικιλοτρόπως, το ήξεραν αυτό.  Σε εμάς το είπατε εσείς, οι παλαιότεροι στα κινήματα και τους αγώνες.

Για αυτό, καλοί μας δάσκαλοι και καθηγητές, οι φοιτητές δεν ξεσηκώθηκαν εναντίον σας.  Δεν έχουν καν αντικρουόμενα με τα δικά σας συμφέροντα.  Μην επιτρέψετε να πάει χαμένος ο αγώνας μας, η αγωνία μας.  Βοηθείστε να λάβει αυτός σάρκα και οστά, περισσότερα και πιο επίκαιρα και, ίσως, πιο ουσιαστικά αιτήματα. Να βγει «παραέξω».

Γιατί, «μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις».

Γιατί, δάσκαλος είναι αυτός που σε κάνει άνθρωπο...

Ο υπουργός (υπηρέτης, βοηθός) οφείλει να «ρωτάει» εκείνους που αφορούν οι προτάσεις, οι ρυθμίσεις, οι νόμοι του.  Οφείλει να συμβουλεύεται τους ειδικούς, να αφουγκράζεται την κοινωνία.  Δεν νοείται να αδιαφορεί για τους μαθητές, τους φοιτητές, τους καθηγητές, τους Πανεπιστημιακούς.  Δεν δικαιούται να «στραγγαλίζει» την εκπαιδευτική κοινότητα στην εποχή που (όπως και τις προηγούμενες και τις επόμενες) η γνώση κυριαρχεί.

Κάποιοι από εσάς είναι δυσαρεστημένοι ή και εκνευρισμένοι (ή και «χολωμένοι») με τη στάση και τις κινητοποιήσεις των φοιτητών.  Κάποιοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο.  Εγώ προσωπικά, στο βαθμό που είμαι συνυπεύθυνος, ζητώ συγνώμη.  Ό,τι και να μας πείτε, δίκιο θα ’χετε.  Ας αναλάβουμε οι φοιτητές το κόστος.  Βοηθείστε μας κι εσείς.  Θα συμφωνήσω ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση με τις «εθιμοτυπικές» καταλήψεις και την ανούσια όσο και ανόητη αντιπαλότητα φοιτητών-καθηγητών. 

Όμως, καταλάβετε τους φοιτητές, τους νέους.  Εκείνοι που κλείνουν τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τους δρόμους προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της κυβέρνησης, της κοινωνίας, της ζωής. «Ασκούμε πίεση στους καθηγητές», μου έλεγαν, «για να πιέσουμε μέσω αυτών» (έμμεσα...) «τον υπουργό, την κυβέρνηση. Για να αντισταθούμε στη συλλογιστική του οδοστρωτήρα, του τσαμπουκά».  Και είναι, νομίζω, «καλό σημάδι» όταν συμμετέχουν και δεν απέχουν.

Ο αγώνας αυτός δεν θα πάει χαμένος λοιπόν, δεν πρέπει να πάει χαμένος.  Δεν είναι λίγες οι φορές που οι νέοι δεν μπορούν να εκφράσουν αυτά που νιώθουν (την αγωνία τους εν προκειμένω) ή και να τα συνειδητοποιήσουν με ενάργεια.  Και ασφυκτιούν και αντιδρούν σπασμωδικά. Εσείς όμως, με την πείρα σας τόσο στη ζωή όσο και στην επιστήμη και σε άλλους χώρους, μπορείτε να τους καταλάβετε, να τους συμμερισθείτε, να τους συμπαρασταθείτε.  Να βοηθήσετε να αξιοποιηθεί ο αγώνας τούτος.

Ελάτε λοιπόν μαζί μας ή καλέστε εμάς μαζί σας να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας στη ΖΩΗ, τη συμμετοχή μας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, χωρίς μικρότητες, αλληλοκατηγορίες, συγκρούσεις.  Χωρίς (αν έτσι είναι καλύτερα) να κλείσει η σχολή, χωρίς να διακοπεί το ερευνητικό έργο.  Ή, πάλι, (αν αυτό κριθεί σωστότερο) ακινητοποιώντας «το σύμπαν», «χαλώντας τον κόσμο».  Οι φοιτητές πρέπει, βέβαια, να κάνουν ένα γενναίο βήμα κι αυτοί, συμφωνώντας, βοηθώντας, συμμετέχοντας.

Μπορούμε;

                                               Με τιμή,

                                               ο φοιτητής

                                               Τσίγκανος Παναγιώτης