Κυριακάτικη
βόλτα
στην Αθήνα
<>
Τελευταία αποκριά
χτες, Κυριακή, την Τυρινή που λέγανε κάποτε. Για το Βούλγαρο βοηθό μου
αυτό δεν
σήμαινε και τίποτα· το ρεπό του, ρεπό
του. >
<>
Φύγαμε από το σπίτι κατά τις 11. Αποχαιρετιστήκαμε και... γραμμή
για το
τραμ· σιγά μην έμπαινα στο μετρό με τέτοια λιακάδα που είχε. Σκεφτόμουν
«τι να
κάνω σήμερα» ενώ χάζευα από τα παράθυρα του τραμ την άδεια από
αυτοκίνητα πόλη.
Ξεκινάμε από τη στάση «Βουλιαγμένης».Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν «Επόμενη
στάση
‘Ζάππειο’». Έμπνευση!>
<>Ας πάω στο Ζάππειο, να δω το
νταβαντούρι.
Κατεβαίνω εκεί, στην Αρδητού στον κατήφορο, ψιλοεπικίνδυνα. Στην άκρη
του
πεζοδρομίου, κάτω, υπάρχει ράμπα, αλλά όχι από τη μεριά της διάβασης
των πεζών.
Συνηθισμένα πράγματα, δε μασάμε. Περνώ απέναντι «σκανάροντας» το
πεζοδρόμιο για
κάποια πρόσβαση. Την ανακαλύπτω αμέσως· έχω γίνει ειδικός σε κάτι
τέτοια.>
Περνώ τις
λακκούβες και ανηφορίζω μαζί με γονείς με πιτσιρίκια. Μπροστά στο
μέγαρο
γίνεται χαμός. Κλόουν, αστείες μεταμφιέσεις, μια ντουζίνα κλώνοι του
Ζορό σε
παιδική ηλικία, ξηροί καρποί, το παραδοσιακό μαλλί της γριάς. Εκεί πιο
κάτω
είναι μαζεμένος κόσμος ένα γύρο και κάτι κοιτάνε· τι, άραγε; Κάνω να
πλησιάσω αλλά το σκέφτομαι καλύτερα: η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, λέω
και το
κόβω από την άλλη τραγουδώντας. Είμαι, βλέπετε, μόνος μου κι ανέκαθεν
το
τραγούδι ήταν η συντροφιά μου σε στιγμές μοναχικότητας. Ο κόσμος
τριγύρω είναι
σαν να μην υπάρχει· ο μόνος είναι μόνος.
<>
Να μπω στον Εθνικό Κήπο, αναρωτιέμαι, να δω και τη θρυλούμενη
αναζωογόνησή
του; Μπα, άσ’ το καλύτερα για σήμερα, μου απαντώ ευθύς μόλις φτάνω στην
είσοδο
και αντικρίζω την πολύχρωμη πιτσιρικαρία που τον έχει κατακλύσει.
Κατεύθυνση
για πλατεία Συντάγματος. Απανωτά τα σλάλομ ανάμεσα στον κόσμο που
χαίρεται τη
χειμωνιάτικη λιακάδα και «εκδράμει» προς Ζάππειον...>
<>
Κατηφορίζω την Οθωνος με σχέδιο να πάω στο Μοναστηράκι. Στην Ερμού η
εκκωφαντική ησυχία με
ειδοποιεί: η Αθήνα είναι άδεια. Τι να πάω να κάνω στο Μοναστηράκι;
Συνεχίζω,
όμως, στην έρημη Ερμού χαζεύοντας και τις βιτρίνες, λες κι ενδιαφέρομαι
για
γυναικεία παπούτσια. Κοιτάζω δεξιά στο στενάκι και μπανίζω δύο καφέ
(-νεία,
-τέριες, σκέτα, όπως αγαπάτε). Ρε συ, από δω έχω πάει; Όχι. Βουρ.>
<>
Είναι η οδός
Διομείας, πεζόδρομος, πρώτη μου φορά τη διαβαίνω. Πολύ ωραία. Στην άκρη
της
έχει και ράμπα. «Οδός Περικλέους» γράφει η ταμπέλα απέναντι.
Περικλέους; Εδώ
δεν έπρεπε να ‘ναι η Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων. Να πάω επάνω;
Εκεί στη
γωνία είναι ο λοξός δρόμος, που τόσες φορές έχω περάσει και δεν ξέρω
πώς τον
λένε. Ε, καλά, δε σκάω. Ας πάω κάτω. Στενό το πεζοδρόμιο αλλά, εντάξει,
θα με
χωρέσει. Αλλά ούπς πιο κάτω κάποιο μαγαζί φτιάχνει την επιγραφή του. Ο
τύπος ανεβασμένος
πάνω στη σκάλα, που κλείνει το πεζοδρόμιο. Φυσικά και το σκέφτηκα...
«Άσ’ τον
να ζήσει» είπα τελικά και κατέβηκα στο οδόστρωμα.>
<>
Πέρασα από δίπλα
του, τον κοίταξα στραβά και όδευσα στη γωνία και δεξιά για Κολοκοτρώνη.
Κάπως
τον λένε κι αυτόν το δρόμο... Ράμπες έχει αλλά γιατί να σκάω; Στην
Κολοκοτρώνη
όμως ανεβαίνω πεζοδρόμιο γιατί έχει αυτοκίνητα που πάνε στην ίδια
κατεύθυνση μ’
εμένα (με καταδιώκουν;) και πιο γρήγορα...>
<>
Παλιά Βουλή.
Σούπερ! Βολτούλα γύρω-γύρω. Παρά τη λιακάδα εκείνο το φοβερό
καφέ-εστιατόριο
έχει «τραπεζάκια μέσα». Εδώ είχα κεράσει όταν ορκίστηκα Βιολόγος. Κάνω
και το
γύρο τής Βουλής εξετάζοντας την προσπελασιμότητά της σαν ευσυνείδητος
ανάπηρος
(μπλιαχ!). Μα είχε τόσο ωραία μέρα!>
<>
Κι έπειτα περνάω
απέναντι τη Σταδίου. Ας ρίξω μια ματιά στο κτήριο του ΜΤΣ, «Άττικα» δεν
το
λένε; Βασικά, ήθελα να τσεκάρω το αίθριο και τα ταμεία του φεστιβάλ.
Από τότε
που εξυπηρετούν τηλεφωνικά, δεν είχα πάει καθόλου.>
Το μικρό (3-4
εκ.) σκαλοπατάκι με φόβισε και δεν μπήκα. Πήγα όμως από Βουκουρεστίου
και η
είσοδος ήταν τέλεια. Το αίθριο στη θέση του, η γωνία του φεστιβάλ
«προσεχώς
Φολλί-Φολλί ή κάτι τέτοιο, βγήκα από Αμερικής. Ας κατέβω από Σταδίου,
σκέφτηκα,
για να πάω Κοραή να πάρω το Μετρό. Κατεβαίνω τη ράμπα στη γωνία και
κολλάω.
Γιατί δεν φτιάχνουν ράμπες της προκοπής οι μαλάκες; Στο κάτω μέρος της
σχηματίζεται αυλάκι όπου βρέθηκαν στον αέρα οι πίσω τροχοί, ενώ οι
μπροστινοί
βρίσκονταν ψηλότερα στο δρόμο και οι βοηθητικοί, που προστατεύουν από
ανατροπή,
πάνω στη ράμπα. Την κάτσαμε!
<>
Αυτοκίνητα
ανέβαιναν τη Σταδίου, πολλά έστριβαν Αμερικής περνώντας μπροστά μου,
εγώ
περίμενα κάποιον να με σπρώξει λίγο να ξεκολλήσω. Κανά-δυο περαστικοί
πέρασαν
δίπλα μου, τους φώναξα αλλά με προσπέρασαν. Ένας τύπος περπατούσε
απέναντι,
στην Π.Β. που λέγαμε, και κοιτούσε απορημένος. Του έγνεψα και ήρθε.
Περίεργη,
αλλοδαπή φάτσα, πλησίασε. «Έλληνας είσαι;, ρωτάω. Γνέφει αρνητικά.
«Ντου γιου
σπηκ ινγκλις;» «Όχι» μου λέει. Ντόινγκ! «Με σπρώχνεις λίγο;» Ξεκόλλησα
εύκολα.
«Από πού είσαι;» θα έσκαγα. «Ρουμάνος». «Α! Μουλτσμεσκ φρουμός» τον
έστειλα.
Παγκοσμιοποίηση δεν την είπανε;>
Πέρασα απέναντι
κι ανέβηκα στο πεζοδρόμιο της Σταδίου. Στη στοά Κοραή μπήκα μέσα. Δεν
είχα
βρεθεί ποτέ σ’ αυτή τη μεριά της. Ενδιαφέρον είχε αλλά τώρα ξέχασα
γιατί. Θα
ξαναπεράσω. Βγήκα στην Κοραή (την οδό). Το Στάρμπακς στη γωνία έχει
ράμπα. Ή
δεν την είχα προσέξει ή την έβαλαν πρόσφατα. Αυτήν είχα στο νου μου και
δεν
πρόσεξα το σκαλοπάτι στην έξοδο της στοάς. Τρόμαξα, η αλήθεια. Δεν
έπεσα ευτυχώς.
Απτόητος,
προχώρησα στο ασανσέρ του Μετρό, απέναντι. Στάση «Πανεπιστήμιο». Άδεια.
Έχω
περάσει αμέτρητες φορές, ποτέ δεν κοντοστάθηκα στις προθήκες με τα
αρχαία. Αυτή
η πόλη σε παρασύρει στο φρενήρη ρυθμό της, γι’ αυτό και μ’ αρέσει
εξάλλου.
Ευκαιρία. Είναι πολύ ωραία τα εκθέματα: λήκυθοι, αμφορείς, λάρνακες και
μία
όλπη. Ουπς! Τι ‘ν’ τούτ’; Στα αγγλικά πώς το λέει. Olpe. Ωραία, ησύχασα (το κοίταξα στον Μπαμπινιώτη, δεν
την έχει).<>
>
<>Μετρό, Σύνταγμα,
Χαλάνδρι παρέα μ’ έναν αγχωμένο τύπο που πήγαινε καθυστερημένος στο
αεροδρόμιο
και διασκέδαζε (-άζαμε) με τη βιασύνη του. Φαντάζεστε πλάκα. Στο σπίτι
μετά για
τη γαριδομακαρονάδα της μάνας. Στάθηκα στην είσοδο και αναλογίστηκα, τι
όμορφη
μέρα είχα περάσει. Η ζωή είναι ωραία, να πάρει. Η ζωή είναι ωραία.
>
Κ. Δευτέρα 6-3-2006
<>>