Βιάζονται. Να περάσει η μέρα, να βγει ο μήνας, να κυλήσει η χρονιά. Τρέχει η κλεψύδρα αναρίθμητους ανθρώπινους κόκκους - τους καταπίνει ο θάνατος.
«Μη-μένουσα πόλις»: Αταχτες σφηκοφωλιές πολυώροφων χτισμάτων και τα σωθικά τους λαβύρινθος. Διάδρομοι, ανελκυστήρες, κλιμακοστάσια. Κάπου εκεί μέσα μια πόρτα είναι η δική μας. Κλείνει προστατευτικά πίσω μας, ορίζει τον χώρο της δικής μας ζωής. Στρώνουμε τραπέζι, ανοίγουμε κρασί, κάνουμε έρωτα. Για κάποια χρόνια ζούμε στην αδιατάραχτη επανάληψη, την ψευδαίσθηση του αιώνιου. Ενώ η κλεψύδρα του θανάτου καταπίνει τις στιγμές, τους μήνες, τις εποχές.
Ενας αιώνας στιγμή βραχύβια στη διαδοχή των σελίδων σχολικής Ιστορίας. Ομως έναν αιώνα μετά κανένας από μας δεν θα υπάρχει. Θα μερμηγκιάζουν πάντα οι πεζόδρομοι, οι φωλιές του υπόγειου, οι ντισκοτέκ, τα γήπεδα, οι φάμπρικες. Αναρίθμητες πυγολαμπίδες τα παράθυρα θα αναβοσβήνουν στις σφηκοφωλιές. Κάποιοι θα στρώνουν τραπέζι, θα ανοίγουν κρασί, θα κάνουν έρωτα. Θα είναι «άλλοι» όχι εμείς. Οπως ήταν «άλλα» τα πλήθη πριν από μας.
Κάθε άνθρωπος βλέμμα μοναδικό, μοναδικό χαμόγελο. Μιλάει, σκέφτεται, αγαπάει όπως κανένας άλλος, ούτε πριν, ούτε μετά. Τραγουδάει τον έρωτα άκρη στη θάλασσα, βουτάει στο κύμα όλος αλκή. Βγαίνει στον βράχο, λούζεται το ηλιοβασίλεμα, χαίρεται τον φλοίσβο. Ρουφάει το τώρα με την αμεριμνησιά του αθάνατου. Ανυποψίαστος για την προδοσία της σάρκας του που κάθε χρόνο μαραίνεται και κάποτε θα σαπίσει στο χώμα. Ασχετος με τον θάνατο που θα τον θερίσει.
Ηλιοκαμένο αγόρι, με το ζαρκαδίσιο κορμί και τα αλατισμένα ματόκλαδα, τι σχέση έχεις εσύ με τον αυριανό εαυτό σου, τον γέροντα που σέρνεται με τρεμάμενα μέλη, κυρτωμένος, εύθραυστος, κι αδύναμο φως στα σακουλιασμένα του μάτια; Και συ κορίτσι ολόδροσο, σπαρταριστό κορμί ηδονικού λεόπαρδου, πώς μεταλλάζεις το διάφανο δέρμα το ολόφωτο βλέμμα, το κρουστό στήθος, τα ζωντανά μαλλιά όπου ανασαίνει ο άνεμος; Πώς μεταλλάζεις σε μαραμένη κίτρινη γεροντική σάρκα, στρεβλές αρθρώσεις, μελανιασμένες φλέβες, κομπιαστή ανάσα; Ποιος είναι ο αληθινός εαυτός μας, το πραγματικό μας «πρόσωπο»; Πότε και πού σαρκώνεται η αληθινή μας ταυτότητα, ποιος ο «πυρήνας» της ύπαρξής μας, το πραγματικό «υποκείμενο» τόσο του κάλλους όσο και της φθοράς;
Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τη δομή του DNA, τη σύνθεση του φωτός, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών. Και ψάχνουμε το αίνιγμα της ύπαρξής μας, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, όπως βλέπουμε τα σκουλίκια στο απόβροχο να ψάχνουν τη λάσπη. Τυφλά, μέσα σε προκαθορισμένα, αξεπέραστα όρια. Η λογική δεν μας εξασφαλίζει παρά μόνο ψευδαισθήσεις γνώσης, μόνο παραβολές, αλληγορίες, εικόνες μέσα από έσοπτρακαι αινίγματα.
Υπάρχει τρόπος να απορείς, ενώ εμπιστεύεσαι. Αυτό τον τρόπο τον ψηλαφούμε μόνο στον έρωτα, όταν ο έρωτας είναι πίστη, εμπιστοσύνη, αυτοπαράδοτη. Είμαστε μέσα στη σκοτεινιά ατέλειωτων αναπάντητων ερωτημάτων. Ομως, εγκαταλείπεσαι στον πόθο κι αυτός σε βεβαιώνει αν ο Αλλος ποθεί τον πόθο σου. Και τότε έχουν απαντηθεί τα ερωτήματα δίχως απάντηση. Τα σημαινόμενα λειτουργούν δίχως σημαίνοντα. Γνώση μεταγγίζει τότε μόνη η γλώσσα της αναφοράς, η γλώσσα του πόθου. Αυτή που μιλάει το βρέφος θηλάζοντας το στήθος της μάνας. Αυτή που μιλάνε οι ερωτευμένοι στη σιωπή «εις σάρκα μίαν».
Κάποτε κοινωνικό γεγονός η μεταφυσική και άλλοτε ιδεολογία. Κάποτε κοινωνούμενη εμπειρία, άλλοτε ατομική «πεποίθηση», ακοινώνητο ψυχολόγημα. Πάντως όταν κοινωνείται η πίστη δεν φλυαρεί, αποτυπώνεται σιωπηλά στο χτίσμα, στη ζωγραφιά, στο τραγούδι - πλάθει πολιτισμό.
Τότε και οι θεσμοί απηχούν την κοινή ελπίδα, την κοινωνούμενη χαρά ότι υπάρχει πρόσβαση στο όντως υπαρκτό, ότι ο θάνατος πατείται θανάτω. Οταν γίνεται ιδεολογία η μεταφυσική, τότε ο χρόνος, η φθορά, ο θάνατος μόνο ξορκίζονται, δεν κοινωνείται «νόημα». Το παράλογο της ύπαρξης μοιάζει η μόνη αξιοπρεπής για τον άνθρωπο παραδοχή. Τόσο ο μηδενισμός όσο και τα ξόρκια φτιάχνουν επίσης θεσμούς, αλλά αδύνατο να γεννήσουν τέχνη - μόνο εφφετζίδικα καμώματα μπορούν απεγνωσμένης ηδονοθηρίας.
Αναποδογυρίζουν λοιπόν (το μέσα έξω) τα θεσμικά κατορθώματα του πολιτισμού, εμφανίζουν για «δημοκρατία» τη ληστρική ολιγαρχία, για «προοδευτικό» φιλελευθερισμό τη στυγνή κομματοκρατία. Ονομάζουν «γάμο» τη δυαδική μοναξιά, «φιλία» τον συνεταιρισμό συμφερόντων.
Ο χρόνος, η φθορά, ο θάνατος είναι το στημόνι και το υφάδι της ύπαρξης μας, ατομικής και συλλογικής. Αν υφαίνουμε αλογία ή νόημα στην ταχύρροη καθημερινότητά μας, δεν θα το βεβαιώσει η ορθή συλλογιστική, ούτε τα ξόρκια και οι δεισιδαιμονίες - ούτε βέβαια «κάποια μελετημένα μασκαρέματα» μηδενιστικού παλληκαρισμού. Το νόημα είναι κάτι παραπάνω από εν-νόημα, κάτι πολύ διαφορετικό από μυστικισμούς και συναισθήματα.
Ερημη Χώρα, ο χρόνος-βίος αίνιγμα, ευχή ο φωτισμός.